
Όλα τα φυτά και τα ζώα ανταγωνίζονται για περιορισμένους
πόρους όπως τα τρόφιμα, συντρόφους, τον ήλιο και τα εδαφικά κικαιώματα. Ο
Γενετιστής William Muir, έχει βρει μια ποσοτική μέθοδο καθορισμού των
κληρονομημένων γνωρισμάτων που έχουν επιπτώσεις στις κοινωνικές απραξίες. Η
χρησιμοποίηση αυτών των πληροφοριών μπορεί να τον βοηθήσει να αναπαραγάγει
τα λιγότερο επιθετικά ζώα που θα είναι παραγωγικότερα
Μια νέα στατιστική μέθοδος επιλογής γενετικών χαρακτηριστικών που επηρεάζουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις των ζώων μπορεί να φανεί χρήσιμη για πιο παραγωγική κτηνοτροφία
Σύμφωνα με τον William Muir, γενετιστή στο τμήμα ζωικής επιστήμης του Purdue, επιστήμονες από το πανεπιστήμιο σε Ολλανδία και Αγγλία, σχεδίασαν μαθηματικές εξισώσεις βασιζόμενοι πάνω σε γνωρίσματα ώστε να επιλέξουν ζώα που είναι καταλληλότερα για ομαδική εκτροφή. Ο Muir ανέφερε ότι η νέα μέθοδος θα βοηθήσει τόσο στην καλύτερη διαβίωση των ζώων όσο και στην διασφάλιση της παγκόσμιας παραγωγής τροφής στο μέλλον. Επίσης η μέθοδος ενδεχομένως να επιτρέψει στην εξημέρωση περισσότερων ζώων.
Με τη χρήση της μεθόδου είναι εφικτή η δημιουργία προγραμμάτων επιλεκτικής αναπαραγωγής προκειμένου να μειωθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κτηνοτροφικά ζώα. Στόχος της μεθόδου είναι να προβλεφτεί η σχέση μεταξύ της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της φυσικής εξέλιξης των ζώων.
Ο Muir και οι συνεργάτες του έγραψαν δύο εργασίες για τη μέθοδο και την αποτελεσματικότητα αυτής, οι οποίες περιέχονται στο τρέχων τεύχος του περιοδικού Genetics. Στο εξώφυλλο του περιοδικού γίνεται ειδική αναφορά σε μια φωτογραφία που ο Muir τράβηξε στο ενυδρείο του Calif στο Monterey. Η φωτογραφία απεικονίζει διάφορα είδη πολύχρωμων ψαριών και την αλληλεπίδρασή τους σε ένα προσομοιωμένο οικοσύστημα.
Όπως αναφέρει ο Muir, οι σχέσεις ανάμεσα στα ζώα καθορίζονται κληρονομικά και αυτό επηρεάζει βαθύτατα τις επιδόσεις τους. Αυτό είναι που αποκαλούμε ανταγωνισμό. Τα ζώα ανταγωνίζονται για τροφή, για τον χώρο της περιοχής τους και για τα θηλυκά. Στην πρώτη εκ των δύο εργασιών, ο Muir και οι συνεργάτες του επεξηγούν τη μέθοδο που ανέπτυξαν για να βρίσκουν τα κληρονομικά χαρακτηριστικά που συμβάλουν στις σχέσεις τόσο μεμονωμένων, όσο και ζώων σε ομάδες. Στη δεύτερη μελέτη η μέθοδος βελτιώνεται και επαληθεύεται πάνω σε ένα κοπάδι κοτόπουλα.
Σε προηγούμενη μελέτη, ο Muir είχε αποδείξει πως με την επιλογή των λιγότερο επιθετικών ζωών μιας ομάδας προς αναπαραγωγή, αυξάνεται η παραγωγικότητα. Στην πρόσφατη μελέτη οι επιστήμονες αποδεικνύουν πως η επιθετικότητα και όλα τα υπόλοιπα γνωρίσματα που επηρεάζουν την κοινωνικότητα, είναι κληρονομικά και μπορούν να υπολογιστούν.
Ανακάλυψαν επίσης ότι με τη χρήση της νέας μεθόδου μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν περισσότερες από τα 2/3 των κληρονομικών κοινωνικών γνωρισμάτων σε σχέση με την κλασσική μέθοδο επιλογής.
“Πλέον έχουμε στη διάθεσή μας ένα 'εργαλείο' για να καταλάβουμε πως εξελίχθηκαν μεταξύ τους τα διάφορα είδη στο φυσικό περιβάλλον”, ανέφερε ο Muir. “H μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί και να μας πει με ποιον τρόπο εξελίχθηκαν οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις του παρελθόντος , αλλά και πως θα εξελιχθούν μελλοντικά οι σχέσεις μεταξύ μεμονωμένων ζωών και ειδών γενικότερα”.
“Αυτό είναι πολύ σημαντικό μιας και τα σταθερότερα οικοσυστήματα είναι αυτά που αποτελούνται από πολλά είδη που συγκατοικούν. Η φύση διατηρεί την ισορροπία στο οικοσύστημα με την φυσική επιλογή”.
Ο Muir προηγουμένως είχε αποδείξει ότι τα ζώα σε ομάδες που εκτρέφονται ώστε να είναι ήρεμα, αντιμετωπίζουν λιγότερους τραυματισμούς και είναι παραγωγικότερα σε σχέση με τα ζώα που εκτρέφονται με φυσικό τρόπο. Για παράδειγμα, κοτόπουλα που εκτρέφονται ώστε να είναι παθητικά δεν τσιμπιούνται μεταξύ τους και έτσι δεν τραυματίζονται θανάσιμα.
Η ενέργεια που τα ζώα χρησιμοποιούσαν για αρνητική συμπεριφορά ή απλά για την αποφυγή αυτής, μεταφέρεται πλέον στην παραγωγή.
“Αυτή η μέθοδος επιλογής μας δείχνει το δρόμο για τη βελτίωση της αναπαραγωγής των κτηνοτροφικών ζώων”, αναφέρει ο Muir. “H μέθοδος θα μπορέσει επιπλέον να κάνει εφικτή την εξημέρωση περισσότερων ζώων όπως μαλάκια με καννιβαλιστικές τάσεις και άγρια ψάρια, ώστε αυτά να αποτελέσουν έτοιμες πηγές τροφής”.
Οι υπόλοιποι ερευνητές που εργάστηκαν στις μελέτες είναι οι Piter Bijma,οι Ester Ellen και Johan Van Arendonk από το πανεπιστήμιο του Wageningen στην Ολλανδία και τέλος ο Jason Wolf από το πανεπιστήμιο του Manchester στην Αγγλία.
Η έρευνα αυτή αποτελεί μέρος του τοπικού σχεδίου με τον τίτλο Ανεπτυγμένες τεχνολογίες για τη Γενετική Βελτίωση της Πτηνοτροφίας.
Σημείωση: Αυτό το άρθρο έχει αποδοθεί βάσει μιας ενημέρωσης του πανεπιστημίου Purdue.
Πηγή: sciencedaily.com
Μετάφραση:
Στέφανος Μπαλαμπάνης
